αγκυλωτός


αγκυλωτός
[ангилотос] εκ. кривой, изогнутый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγκυλωτός" в других словарях:

  • αγκυλωτός — ή, ό (Α ἀγκυλωτός, ή, όν) [ἀγκυλώ] νεοελλ.1. κυρτός, καμπύλος 2. φρ. «αγκυλωτός σταυρός» συμβολικός σταυρός που οι βραχίονες του κάμπτονται σε ορθή γωνία, πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση, συνήθως προς τα δεξιά. Τον βαθύτερο συμβολισμό του… …   Dictionary of Greek

  • αγκυλωτός — ή, ό αυτός που έχει σχήμα αγκύλης, στραβός, αγκαθωτός: Πήρε και σύρμα αγκυλωτό για την περίφραξη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγκυλωτός σταυρός — Συμβολικός σταυρός, τα άκρα του οποίου κάμπτονται. Διακρίνουμε δύο τύπους α.σ., τη σβάστικα, αν τα άκρα του κάμπτονται προς τα αριστερά, και τη σαουβάστικα, αν τα άκρα του κάμπτονται προς τα δεξιά. Ο α.σ. είναι πανάρχαιο σύμβολο του ήλιου και της …   Dictionary of Greek

  • ἀγκυλωτοῖς — ἀγκυλωτός furnished with a thong masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σταυρός — Πανάρχαιο ξύλινο όργανο βασανισμού που κατασκευαζόταν με δύο δοκάρια το ένα κάθετο καρφωμένο στη γη και το άλλο οριζόντιο. Τα πιο συνηθισμένα σχήματα των σ. ήταν τρία: το κύριο σταυρικό, όπου το κάθετο δοκάρι ξεπερνούσε σε ύψος το οριζόντιο· το… …   Dictionary of Greek

  • αγκυλόεις — ἀγκυλόεις, εσσα, εν (Α) [ἀγκύλος] αγκύλος, αγκυλωτός …   Dictionary of Greek

  • αγκυλώνω — (Α ἀγκυλῶ, όω) νεοελλ. 1. κεντρίζω, τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο (αγκύλι, αγκάθι, βελόνα κ.ά.) 2. ερεθίζω, ενοχλώ, πειράζω αρχ. κάνω κάτι αγκύλο, κυρτώνω, κάμπτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος. ΠΑΡ. αγκυλωτός αρχ. ἀγκύλωσις νεοελλ. αγκυλωσιά] …   Dictionary of Greek

  • γαμψός — ή, ό (AM γαμψός, ή, όν) κυρτός, αγκυλωτός αρχ. (για πτηνά) ο γαμψώνυχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με το γνάμπτω* «κάμπτω, λυγίζω». Το απλό γαμψός προήλθε κατ απόσπαση από το αρχαϊκό σύνθετο γαμψώνυξ < *γναμψωνυξ (πρβλ. και λειψός < λειψόθριξ …   Dictionary of Greek

  • κυλλός — κυλλός, ή, όν (AM) αυτός που έχει παραμορφωμένο το ένα του χέρι αρχ. 1. αυτός που έχει κάποιο ελάττωμα στο ένα ή και στα δύο του πόδια, κυρίως πόδια που λυγίζουν προς τα έξω από αρθρίτιδα 2. γεν. στρεβλός, παραμορφωμένος («κυλλὸν οὖς», Ιπποκρ.) 3 …   Dictionary of Greek

  • σβάστικα — και σβαστική, η, Ν αγκυλωτός σταυρός, σύμβολο τού ναζιστικού κόμματος και τού χιτλερικού καθεστώτος τής Γερμανίας, καθώς και τών νεοναζιστών και τών οργανώσεών τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ινδ. svastika < svasti «ευεξία, ευτυχία», λόγω τής πίστης… …   Dictionary of Greek